βομβύκια

βομβύκιον
mason-bee
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • паоучина — ПАОУЧИН|А (13), Ы с. Паутина: и иже все мимоходить. и хѹже паѹчины. СкБГ XII, 9г; ты бо свѣси немощь ѥстьства моѥго ˫ако и хѹже паѹчины ѡбрѣтаюсѧ. СбЯр XIII2, 172; Ча˫аниѥ будущи(х) бл҃гъ. нынѣшнѧ˫а ѿрѣють желани˫а. будущи˫а жизни. всю сию жизнь… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • CO seu COOS vel COS — CO, seu COOS, vel COS insula in mari Aegaeo, seu, ut quidam aiunt, in Icario, Rhodo proxima, et Cariae opposita, quae olim magna fuit, et optime habitata, et aspectu iucundissima iis, qui eo navigabant. Ambitus eius quingentis et quinquaginta… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κλάδωμα — το [κλαδώνω] 1. το να βγάζει ένα φυτό κλαδιά, η απόκτηση κλάδων 2. η τοποθέτηση μικρών κλαδιών, ιδίως από δρυ, στις κλίνες τών μεταξοσκωλήκων κατά το τελευταίο στάδιο ανάπτυξής τους, ώστε αυτοί να ανεβούν επάνω τους και να σχηματίσουν τα βομβύκια …   Dictionary of Greek

  • μάγγανο — και μάγκανο και μαγγάνι, το και μάγγανος, ο, και μαγγάνη, η (AM μάγγανον) 1. βαρούλκο, γερανός 2. (στο Βυζάντιο) α) ονομασία διαφόρων πολεμικών μηχανών οι οποίες είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό στοιχείο τον τροχό β) η αφετηρία στον ιππόδρομο κατά… …   Dictionary of Greek

  • σηροτρόφος — ο, Ν αυτός που ασχολείται με την σηροτροφία, που εκτρέφει μεταξοσκώληκες και παράγει βομβύκια, κουκούλια, που είναι η πρώτη ύλη τού μεταξιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήρ, σηρός «μετάξι, μεταξοσκώληκας» + τρόφος (< τρέφω), πρβλ. κτηνο τρόφος. Η λ.… …   Dictionary of Greek

  • σκώρος — Όνομα που δίνεται, υπό περιορισμένη έννοια, στα μικρολεπιδόπτερα της οικογένειας των Τινεϊδών, τα οποία χαρακτηρίζονται από τις μικρές διαστάσεις, τις ξεθωριασμένες αποχρώσεις και προπάντων από την καταστρεπτική δραστηριότητα των προνυμφών τους,… …   Dictionary of Greek

  • βομβυκίδες — (bombycidae).Οικογένεια λεπιδοπτέρων εντόμων, που περιλαμβάνει τον βόμβυκα και ολιγάριθμα συγγενικά είδη. Είναι νυκτόβια έντομα, με νηματοειδείς ή σμηριγγοειδείς κεραίες και παχιά κοιλιά. Οι προνύμφες τους έχουν ανεπτυγμένους νηματογόνους αδένες …   Dictionary of Greek

  • baxmb- —     baxmb     English meaning: a kind of noise     Deutsche Übersetzung: Nachahmung for dumpfe, dröhnende Schalleindrũcke     Material: Gr βόμβος m. (out of it Lat. bombus) “ a boom, deep hollow noise “, βόμβῡξ, ῡκος “ fleas “, βομβύκια “… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.